Study

Αόριστος Β1, Β2

  •   0%
  •  0     0     0

  • встречать
    συναντάω / συνάντησα (τον, την...)
  • болит (I'm hurt)
    πονάω / πόνεσα
  • мочь
    μπορώ / μπόρεσα
  • хотеть пить
    διψάω / δίψασα
  • быть голодным
    πεινάω / πείνασα
  • жить
    ζω / έζησα
  • отвечать
    απαντάω / απάντησα
  • забывать
    ξεχνάω / ξέχασα
  • носить (одежду)
    φοράω / φόρεσα
  • смеяться
    γελάω / γέλασα
  • портить
    χαλάω / χάλασα
  • проходить, проезжать, проводить (время)
    περνάω / πέρασα
  • ходить пешком
    περπατάω / περπάτησα
  • разговаривать
    μιλάω / μίλησα
  • спрашивать
    ρωτάω / ρώτησα
  • звать
    καλώ / κάλεσα
  • просыпаться
    ξυπνάω / ξύπνησα