Study

Test de l'unité 1 CE + Cahier 15 octobre

  •   0%
  •  0     0     0

  • contaminer (la contamination)
    μολύνω (η μόλυνση)
  • le défi
    πρόκληση
  • le témoignage
    μαρτυρία
  • faire chuter
    προκαλώ την πτώση
  • bienveillant, e
    καλόβουλος
  • rendre
    καθιστώ
  • parmi
    ανάμεσα σε πολλά
  • la crainte
    ο φόβος
  • financier, ère
    οικονομικός, που σχετίζεται με λεφτά και κόστους
  • encadrer par une loi
    ρυθμίζεται από νόμο
  • moyennant
    (Au moyen de, par le moyen de, à la condition de) μέσω
  • mutuel, le
    αμοιβαίος
  • compenser
    αντισταθμίζω
  • la hausse
    η αύξηση
  • casser
    σπάω
  • exagérer
    υπερβάλλω
  • ramasser
    μαζεύω
  • la mobilisation
    η κινητοποίηση
  • rompre
    διακόπτω
  • intergénérationnel
    διαγενετικός
  • le loyer
    το ενοίκιο
  • la cohésion sociale
    η κοινωνική συνοχή
  • la relation
    η σχέση
  • le confinement
    ο εγκλεισμός, η καραντίνα
  • le milieu
    περιβάλλον
  • identique
    ολόιδιος, ίδιος
  • le dispositif
    εγκατάσταση, διάταξη (μέσα/μέτρα που μας βοηθάνε να καταφέρουμε κάτι)
  • craindre
    φοβάμαι
  • tisser des liens
    χτίζω σχέσεις (κυριολεκτικά: υφαίνω δεσμούς)
  • concentré, e
    συγκεντρωμένος/η
  • la crise sanitaire
    υγειονομική κρίση
  • consister en
    συνίσταμαι, συμπεριλαμβάνομαι
  • renforcer
    ενδυναμώνω
  • la consigne
    οδηγία (σε μια άσκηση ή μια διαταγή π. χ.)
  • enrichir
    εμπλουτίζω
  • confondre
    μπερδεύω
  • avoir du mal à
    δυσκολεύομαι να
  • la cohabitation
    η συγκατοίκηση
  • s'essoufler
    λαχανιάζω, χάνω την ανάσα μου, μτφ χάνω την δύναμή μου
  • adhérer à
    είμαι μέλος σε
  • se dérouler
    εκτυλίσσομαι
  • le compte
    ο λογαριασμός
  • la diffusion
    η μετάδοση
  • essayer
    δοκιμάζω, προσπαθώ
  • tout de même
    έτσι κι αλλιώς
  • éventuel, le
    πιθανόν
  • une retombée positive
    θετικό αποτέλεσμα, θετική επίπτωση
  • déplorable
    αξιοθρήνητος, λυπηρός
  • le coût
    το κόστος
  • comporter
    περιλαμβάνω, προκαλώ
  • au milieu de
    στη μέση του
  • faire ses preuves
    αποδεικνύω την αξία μου
  • retarder
    καθυστερώ
  • justement
    ακριβώς
  • une aventure
    περιπέτεια
  • assurer
    εξασφαλίζω
  • cultiver
    καλλιεργώ
  • viser à qqch
    στοχεύω
  • l'isolement
    η απομόνωση
  • moindre
    ελάχιστος
  • la manifestation
    η διαδήλωση