Study

Mindset B1 Unit 3 words

  •   0%
  •  0     0     0

  • accessible
    προσιτός, προσβάσιμος
  • pour down
    βρέχει καταρρακτωδώς
  • local
    τοπικός, ντόπιος
  • manage to
    καταφέρνω να
  • lead to
    οδηγώ σε
  • temperature
    θερμοκρασία
  • snowmobiling
    βόλτα με μηχανοκίνητο έλκηθρο
  • make my way
    κατευθύνομαι
  • coast
    ακτή, παραλία
  • meet up
    βρίσκομαι (με παρέα), συναντιέμαι
  • survival
    επιβίωση
  • population
    πληθυσμός
  • season
    εποχή
  • mule
    μουλάρι
  • goal
    στόχος
  • bury
    θάβω, σκεπάζω
  • distance
    απόσταση
  • Northern Lights
    Βόρειο Σέλας
  • degree
    βαθμός θερμοκρασίας
  • attraction
    αξιοθέατο, πόλος έλξης
  • entire
    ολόκληρος
  • mountain range
    οροσειρά
  • port
    λιμάνι
  • climate
    κλίμα
  • food court
    χώρος εστίασης
  • notice
    παρατηρώ
  • convince
    πείθω
  • be keen to do something
    ανυπομονώ να
  • along the way
    κατά τη διαδρομή
  • mention
    αναφέρω
  • float
    επιπλέω
  • school term
    τρίμηνο (σχολική περίοδος)
  • exhibit
    εκθέτω
  • pray
    προσεύχομαι
  • excitement
    ενθουσιασμός
  • destination
    προορισμός
  • locate
    εντοπίζω
  • breathe
    αναπνέω
  • sight
    θέαμα, αξιοθέατο
  • mall
    εμπορικό κέντρο
  • heights
    ύψη
  • border
    σύνορο
  • peaceful
    γαλήνιος, ήσυχος
  • choir
    χορωδία
  • all the way
    όλη τη διαδρομή μέχρι
  • either way
    ούτως ή άλλως
  • launch
    εκτοξεύω (διαστημόπλοιο)
  • flow
    κυλάω, ρέω
  • reach
    φτάνω σε
  • pick someone up
    πηγαίνω και παίρνω κάποιον με όχημα
  • on earth
    πάνω στη γη
  • feel like
    έχω διάθεση να
  • no way
    αποκλείεται
  • breeze
    αεράκι
  • risky
    ριψοκίνδυνος
  • pleasant
    ευχάριστος
  • brilliant
    τέλειος, υπέροχος
  • shake
    τρέμω, κουνώ
  • level
    επίπεδο
  • oxygen
    οξυγόνο
  • perfect for
    τέλειος για
  • weather conditions
    καιρικές συνθήκες
  • sum up
    συνοψίζω, ανακεφαλαιώνω
  • interactive
    διαδραστικός
  • dogsledding
    βόλτα με έλκηθρο που σέρνουν σκύλοι
  • in particular
    συγκεκριμένα
  • defeat
    ήττα
  • admit
    παραδέχομαι
  • drop
    πέφτω
  • continent
    ήπειρος
  • turn back
    γυρίζω πίσω, επιστρέφω
  • exhibition
    έκθεση
  • speech
    λόγος, ομιλία
  • push myself
    πιέζω τον εαυτό μου
  • be located
    βρίσκομαι
  • fortunately
    ευτυχώς
  • flood
    πλημμύρα
  • engineer
    μηχανικός, μηχανολόγος
  • attract
    προσελκύω, τραβάω
  • on the way
    στον δρόμο (για)
  • take advantage of
    εκμεταλλεύομαι
  • perfume
    άρωμα
  • keen
    ενθουσιώδης
  • location
    τοποθεσία, μέρος
  • powerful
    ισχυρός, δυνατός
  • excite
    ενθουσιάζω, εξάπτω
  • mild
    ήπιος
  • freezing
    παγωμένος, παγερός
  • summit
    κορυφή
  • achievement
    κατόρθωμα
  • encourage
    ενθαρρύνω
  • square
    πλατεία
  • within reach
    σε απόσταση που μπορεί να φτάσει κανείς
  • at risk
    σε κίνδυνο
  • wildlife
    άγρια φυτά και ζώα
  • realize
    συνειδητοποιώ
  • encouragement
    ενθάρρυνση
  • thunderstorm
    καταιγίδα
  • certain
    σίγουρος
  • extreme
    ακραίος