Study

Mindset B1 words 1.1 - 1.117

  •   0%
  •  0     0     0

  • save up
    βάζω χρήματα στην άκρη
  • refer to
    αναφέρομαι σε
  • celebration
    γιορτή, εορτασμός
  • way better
    πολύ καλύτερος
  • do someone good
    κάνω καλό σε κάποιον
  • allow
    επιτρέπω, αφήνω να
  • original
    πρωτότυπος
  • rather than
    αντί για
  • apartment
    διαμέρισμα
  • come around
    επισκέπτομαι
  • receive
    λαμβάνω
  • symbolise
    συμβολίζω
  • appeal to
    αρέσω σε
  • hire
    προσλαμβάνω, νοικιάζω
  • ride
    μεταφορά (κάποιου) με αυτοκίνητο, μετακίνηση
  • guess
    μαντεύω
  • be up to someone
    εξαρτάται από κάποιον
  • fountain
    συντριβάνι
  • (not) mind
    (δεν) με πειράζει
  • make an effort
    κάνω μια προσπάθεια
  • freedom
    ελευθερία
  • make a difference
    κάνω τη διαφορά
  • responsibility
    ευθύνη, υποχρέωση
  • app
    εφαρμογή
  • part-time
    μερικής απασχόλησης
  • sleepover
    διανυκτέρευση παιδιού στο σπίτι φίλου
  • outdoors
    έξω, στο ύπαιθρο
  • take on
    αναλαμβάνω
  • milestone
    σημαντικό γεγονός, σταθμός
  • stressful
    αγχωτικός
  • fancy
    πολυτελής, κυριλέ
  • amusement park
    λούνα παρκ
  • make friends
    κάνω φίλους
  • app developer
    τεχνικός ανάπτυξης εφαρμογών
  • rare
    σπάνιος
  • accept an invitation
    αποδέχομαι πρόσκληση
  • get around
    κυκλοφορώ
  • ahead of time
    από πριν, νωρίτερα
  • focus on
    επικεντρώνομαι σε
  • get hold of
    βρίσκω, επικοινωνώ
  • pretty
    αρκετά
  • fortune
    τύχη, περιουσία
  • throw a party / hold a party
    κάνω (διοργανώνω) πάρτι
  • relative
    συγγενής
  • things work out
    πηγαίνω καλά, αποδίδω
  • party animal
    άτομο που του αρέσουν τα πάρτι
  • survey
    έρευνα
  • typical
    συνηθισμένος, χαρακτηριστικός
  • expensive
    ακριβός
  • do my best
    βάζω τα δυνατά μου
  • abroad
    στο εξωτερικό
  • dislike
    αντιπαθώ, δεν μου αρέσει
  • competitive
    ανταγωνιστικός
  • disagree
    διαφωνώ
  • make a suggestion
    κάνω μια πρόταση
  • fail
    αποτυγχάνω, κόβομαι (σε εξέταση)
  • popular
    δημοφιλής
  • career
    καριέρα
  • tip
    φιλοδώρημα
  • expert (adj)
    από ειδικό
  • relaxing
    χαλαρωτικός
  • able
    ικανός
  • banner
    πανό
  • untidy
    ακατάστατος
  • terrific
    υπέροχος
  • in one go
    με τη μία
  • unable
    που δεν μπορεί, ανίκανος
  • efficient
    αποδοτικός
  • unexpected
    αναπάντεχος, απρόσμενος
  • it depends on
    εξαρτάται από
  • hold a competition
    διεξάγω / διοργανώνω (έναν διαγωνισμό)
  • keep in touch
    κρατώ επαφή
  • be into (something)
    με ενδιαφέρει κάτι
  • take care of
    φροντίζω, προσέχω
  • coin
    νόμισμα
  • independently
    ανεξάρτητα
  • licence
    άδεια (οδήγησης)
  • incredible
    απίστευτος
  • be supposed to
    υποτίθεται, θεωρείται ότι
  • exact
    ακριβής
  • event
    γεγονός, εκδήλωση
  • record
    καταγράφω
  • leave out
    αποκλείω, αφήνω απ'έξω
  • hike
    πεζοπορία
  • do someone a favour
    κάνω χάρη σε κάποιον
  • trend
    τάση, μόδα
  • involve, include
    περιλαμβάνω
  • unlike
    σε αντίθεση με
  • disappear
    εξαφανίζομαι
  • turn
    γίνομαι (για ηλικία)
  • common
    κοινός, συνηθισμένος
  • make a decision
    παίρνω μια απόφαση
  • organize
    οργανώνω
  • rely on
    βασίζομαι σε
  • celebrate
    γιορτάζω
  • make a big deal of
    θεωρώ πολύ σημαντικό /κάνω μεγάλο θέμα
  • personal
    προσωπικός
  • announce the winner
    ανακοινώνω τον νικητή
  • challenging
    απαιτητικός, δύσκολος
  • interest
    ενδιαφέρω
  • make a good impression
    κάνω καλή εντύπωση
  • talented
    ταλαντούχος
  • advise
    συμβουλεύω
  • blow out
    σβήνω φυσώντας
  • hall
    αίθουσα
  • look forward to
    ανυπομονώ να/για
  • custom
    έθιμο
  • take over
    καταλαμβάνω, κυριεύω
  • personally
    προσωπικά
  • indoors
    μέσα, σε εσωτερικό χώρο
  • make an excuse
    βρίσκω δικαιολογία
  • have in common
    έχω κάτι κοινό με κάποιον